Τα Τετράδια του Κώστα Ποέρου

Δρ. Έρση Δημητριάδου
© 2001-2013

Λίγα λόγια για τον Κώστα Ποέρο (1918-1992)

http://mkp-archive.blogspot.com/
Ο Κώστας Ποέρος το 1978.
Ο Κώστας Ποέρος γεννήθηκε στην Κερύνεια στις 8 Φεβρουαρίου, 1918 και ήταν ο πρωτότοκος γιος του Συμεού Ποέρου (1882-1945), γόνου παλαιάς Κερυνειώτικης οικογένειας και της Μαρίτσας Τελεβάντου (1888-1968), γνωστή στους Κερυνειώτες ως ‘Συμίνα’, από τον Καραβά. Μικρότερα του αδέλφια ήσαν η Χαριτίνη, που απεβίωσε σε εφηβική ηλικία, και ο Αιμίλιος Ποέρος (1923-2003).

Ο Κώστας μεγάλωσε στην Κερύνεια και φοίτησε στο δημοτικό και το ημιγυμνάσιου της πόλης. Παρά την αγάπη του για μάθηση, αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του μετά την τρίτη τάξη του ημιγυμνάσιου και να αναλάβει το φούρνο του πατέρα του, η υγεία του οποίου είχε αρχίσει να εξασθενεί. Ίσως και γι’ αυτό το λόγω, σε όλη του την ζωή, σε κάθε ελεύθερη του στιγμή, τον έβρισκε κάποιος με ένα βιβλίο στο χέρι.

Ο φούρνος αυτός, γνωστός στους Κερυνειώτες ως ο «φούρνος του Συμεού», βρισκόταν στη γωνία των οδών Χρυσοπολίτισσας και Ιουστινιανού, λίγα μόνον βήματα από την τώρα ερειπωμένη και συλημένη εκκλησία της Παναγίας Χρυσοπολίτισσας, και λίγα μόνο βήματα από την Τρυπητή και το λιμάνι της Κερύνειας. Εκεί ήταν και το σπίτι του, στην οδό Ιουστινιανού, τοίχο με τοίχο με την εκκλησία της Παναγίας Χρυσοπολίτισσας.

Η ζωή του φούρναρη σκληρή, και οι οικονομικές συνθήκες στην Κερύνεια δύσκολες στα χρόνια που αναφέρεται πιο κάτω ο συγγραφέας. Στην αρχή με τον πατέρα του, πότε μόνος, πότε με τον αδελφό του Αιμίλιο και αργότερα με τη γυναίκα και τα παιδιά του, ο Κώστας Ποέρος τροφοδότησε με ψωμί, φραντζόλες και παξιμάδια όχι μόνο γενιές Κερυνειωτών, αλλά και τους ντόπιους και ξένους καραβοκύρηδες και ναυτικούς, το Αγγλικό ναυτικό και το ξενοδοχείο Dome. Σαν φούρναρης και κάτοικος στην καρδιά της πόλης, ελάχιστα μόνο βήματα από το λιμάνι, ήταν σε προνομιούχα θέση να γνωρίζει καλά όχι μόνο την πόλη που αγαπούσε αλλά και τους κατοίκους της και τις δύσκολες στιγμές που πέρασαν στα χρόνια του μεσοπολέμου.

Στις 20 Ιανουαρίου, 1945, παντρεύτηκε στην εκκλησία του Αρχάγγελου Μιχαήλ, την επίσης Κερυνειώτισσα Άννα Μιχαηλίδου (1920-1981), κόρη του Αλέξη Μιχαηλίδη (1878-1936;) και της Ελένης Παύλου Χατζηχριστοφή (1890-1924). Απόκτησαν τέσσερα παιδιά, τον Σίμο Σιμάκη (τον οποίο ευχαριστώ ιδιαίτερα για την εμπιστοσύνη που μου έδειξε να επιμεληθώ τα κείμενα του πατέρα του), την Έλλη Ποέρου-Γιαγκιώζη, και τους Αλέκο και Στέλιο, που απεβίωσαν σε παιδική ηλικία. Απέκτησε επίσης τρία εγγόνια, τον Κώστα και Γιάννη Σιμάκη, και την Άννα Γιαγκιώζη.

Τα ξημερώματα της 20ης Ιουλίου 1974, βρήκαν τον Κώστα Ποέρο στο φούρνο του. Μόλις είχε ξεφουρνίσει, ζεστά-ζεστά τα πρώτα ψωμιά της μέρας. Οι βομβαρδισμοί των τούρκων εισβολέων έσεισαν και τράνταξαν το μικρό, παλιό, φούρνο και σκέπασαν με σουβάδες και σκόνη τα ψωμιά που ακόμη άχνισαν. Αφήνοντάς τα στον μπάγκο, ο συγγραφέας μαζί με τη γυναίκα και την κόρη του, τον αδελφό του Αιμίλιο με την οικογένεια του, και πολλούς άλλους Κερυνειώτες πήρε τον πικρό δρόμο της προσφυγιάς.

Βρέθηκε στην Λευκωσία και αργότερα στην Αθήνα, αλλά δεν άντεξε να μείνει στην ξενιτιά για παρά πολύ καιρό. Επέστρεψε στην Λευκωσία και ήταν εκεί που σε δύο σχολικά τετράδια τα οποία δανείστηκε από τα εγγόνια του και έφεραν το σύνθημα «Δεν ξεχνώ», κατέγραψε τις παιδικές και νεανικές του αναμνήσεις από την αγαπημένη του πόλη. Στα 72 του χρόνια και με βεβαρημένη υγεία, ο Κώστας Ποέρος απεβίωσε στη Λευκωσία στις 17 Ιανουαρίου, 1992.

Τα κείμενα στα δυο τετράδια που μου εμπιστεύτηκε ο γιος του συγγραφέα να επιμεληθώ το 2001, ταξινομήθηκαν σε χρονολογική σειρά και σε μονοτονική γραμματική. Κάποιες κατά τόπους διάσπαρτες και επαναληπτικές αναφορές τοποθετήθηκαν στις θεματικές ενότητες όπου ανήκαν, δίνοντας προσοχή στη μη αλλοίωση του ύφους και χρώματος του κειμένου. Κρίθηκε επίσης σκόπιμη η χρήση υποσημειώσεων για περαιτέρω επεξήγηση και προσθήκη άλλων πληροφοριών. «Τα τετράδια του Κώστα Ποέρου» πρωτοπαρουσιάστηκαν στο, Η Κερύνεια μας, (Λευκωσία: Δήμος Κερύνειας 2004), όπως και στο διαδίκτυο.

Τα ωραία χρόνια της ζωής μου στην Κερύνεια, 1925-1940

Γεννήθηκα στην Κερύνεια το 1918. Περπάτησα τα πρώτα μου βήματα στα στενά δρομάκια του λιμανιού, μεγάλωσα, δούλεψα σαράντα συνεχή χρόνια δική μου δουλειά, αρτοποιός, κληρονομιά από τον παππού και τον πατέρα. Εκεί έζησα όλα τα χρόνια μέχρι το 1974, μέχρι την τελευταία μέρα, 20 Ιουλίου, 1974, ημέρα του ξεριζωμού μας από τα τουρκικά στρατεύματα.

Τα αξέχαστα μου χρόνια είναι τα παιδικά από το 1925-1940.

Γεννήθηκα από γονιούς μικροαστούς, με μόνη περιουσία το σπιτάκι μας με το φούρνο, κληρονομιά από τον παππού[1] μου, που, όπως λέγανε, καταγόταν από ένα παππού[2] Γενοβέζο και μέχρι το 1914 όλα τα αρσενικά παιδιά των συγγενών του αποχτούσαν αυτόματα την Ιταλική υπηκοότητα και δεν πλήρωναν τον κεφαλικό φόρο[3] που επέβαλε η Αγγλία επί των κατοίκων της Κύπρου μέχρι το 1914.

Ο παππούς όπως και o πατέρας αφήσανε σε μένα κληρονομιά, εχτός από το φούρνο, ένα μεγάλο όνομα, ‘φίρμα’ όπως λένε σήμερα. Ο πατέρας μου, ένας γνήσιος Κερυνειώτης από τηv οικογένεια Ποέρων. Όλοι τους θαλασσινοί, ναύτες και καπετάνιοι. Ο καπτάν Συμιός, ο καπτάν Σάββας και Γιώργος Ποέρος. Ο παππούς μου με το επίθετο ‘Λιλλίος[4]’ δεν ακολούθησε τ΄ αδέλφια του• φοβόταν φαίνεται τη θάλασσα και έκανε δικό τoυ αρτοποιείο. Κάποτε δοκίμασε για ναύτης, όπως μου’ παν άλλοι. Ένα βράδυ τον μπλοκάρανε Τούρκοι στρατιώτες σε Τούρκικο σπίτι και τον καταδιώξανε, αλλά τα κατάφερε και γλίτωσε μπαίνοντας στο καράβι. Από τότες δεν τόλμησε να ξαναπάει στην Τουρκία. Γιατί τα καΐκια τα κερυνειώτικα μόνο στην Τουρκία πηγαίνανε.[5]

Το τέλος μιας ξέγνοιαστης ζωής: Ο πατέρας

Μοναχοπαίδι και ορφανός χωρίς μητέρα, δύο χρονών παιδί, κουρελής, ξεβράκωτος γύριζε στα σοκάκια της Κερύνειας ο πατέρας. Του ράψανε οι θειάδες του μια πουκαμίσα να κρύβει τη γύμνια του και γυρνούσε πότε στη μια θεια πότε στην άλλη για λίγο φαΐ. Ο παππούς κτυπημένος από το χαμό της γυναίκας[6] του, που πέθανε στη γέννα της, αδιαφορούσε για το παιδί του. Μία φορά τόλμησε να πιάσει δυο αυγά απ’ το κοτέτσι του πατέρα του και του τα πήρανε οι θειάδες που διαφεντεύανε το σπίτι του παππού.

Εφτά χρονών ήτανε, όταν του φόρεσαν βρακί, γιατί έπρεπε να πάει σχολείο.[7] Έβγαλε την τρίτη τάξη του δημοτικού και τα παράτησε, γιατί έπρεπε να δουλέψει για να ζήσει. Ο πατέρας μου δούλεψε μαραγκός και αμαξάρης στα νεανικά του χρόνια. Τον πήρε ψυχοπαίδι ο μάστρε-Τηλέμαχος, ο μαραγκός. Δούλεψε εφτά χρόνια μόνο για ένα πιάτο φαΐ και στον όγδοο χρόνο πήρε μεροκάματο ένα γρόσι την ημέρα. Μετά τρία χρόνια το μεροκάματο έγινε τρία γρόσια και άρχισε να καπνίζει.

http://mkp-archive.blogspot.com/
Ο Κώστας, ο Συμεών, ο Αιμίλιος,
 η Χαριτίνη και η Μαρίτσα Ποέρου 
στα τέλη της δεκαετίας του 1920.
Μου αφηγόταν συχνά ο πατέρας για τη λεβεντιά και την περηφάνια που ένιωθε όταν οδηγούσε άμαξα δικιά του με τέσσερα άλογα. Το λαντό του ήταν το πιο ωραίο. Οι Κερυνειώτισσες τον καμαρώνανε, γιατί ήταν κάτι απίθανο για την εποχή του 1900, να’ χει η Κερύνεια τέτοιο αμάξι. Υπήρχαν, όπως μου’ λέγε, άλλα δύο σαράβαλα με κάτι άλογα γέρικα. Ενώ του πατέρα ήταν καινούργιο με τέσσερα ωραία και περιποιημένα άλογα όλα το ίδιο χρώμα. Τα περιποιόταν με τόσο μεράκι, που έβαζε το λούστρο και τους έβαφε τα νύχια τους, για να περνά και να τον καμαρώνει η καλή του. Οχτώ χρόνια ερωτευμένος με τη μάνα μου και δεν τον άφηναν οι δικοί του να την παντρευτεί, γιατί ήταν από φτωχή οικογένεια και όχι από τζάκι.

Η περιουσία του παππού εξανεμίσθη. Ακόμη και το σπίτι της γιαγιάς πουλήθηκε για 30 λίρες. Όταν αρραβωνιάσθηκε ο πατέρας, νοίκιασε ένα δωμάτιο δίπλα στο σπίτι της μάνας του. Οχτώ χρόνια αρραβωνιασμένος προσπαθούσε να πάρει πίσω το σπίτι της μάνας του, γιατί ο παππούς το πούλησε χωρίς τη συγκατάθεσή του.

Εν τέλει τα κατάφερε, το πήρε το σπίτι και παντρεύτηκε. Οχτώ χρόνια ο παππούς δεν της μιλούσε, όσο καιρό ήταν αρραβωνιασμένη, γιατί δεν την θέλανε τη μάνα μου. Η μάνα μου όλα αυτά τα χρόνια δούλευε το βελόνι. Κεντούσε τα κόκκινα μαντήλια που φορούσαν οι κυράδες της Κερύνειας στις γιορτές και τους γάμους. Η μάνα μου στην τέχνη της δεν είχε καμία να της μοιάσει. Κι’ όλες παίνευαν τα κεντητά μαντήλια της Συμίνας.

Τόση ήταν η ζήλια των συγγενών του που σκόπευαν να τη σκοτώσουν με το δίκαννο. Την γλίτωσε η μάνα μου από το μεθυσμένο συγγενή του πατέρα μου (δεν αναφέρω τ’ όνομα του), αφού την κλείδωσαν μέσα σ’ ένα ντουλάπι και χώσανε τα κλειδιά.

Μετά το γάμο του πατέρα μου υπεχώρησε ο γέρος. Πήγε, αγκάλιασε τη νύφη, την φίλησε και της έδωσε την ευχή του. Του πατέρα η χαρά ήταν απερίγραπτη. Ετοίμασε ξέχωρο δωμάτιο για το γέρο. Έζησε ο γέρος, σεργιάνιζε το πρώτο του εγγονάκι και καμάρωνε που το φωνάζαν Κωσταντή, τ’ όνομά του.

Ο πατέρας έβαλε τα δυνατά του χωρίς καμιά βοήθεια. Ξανάφτιαξε το φουρνάδικο του παππού με το ξακουστό όνομα ο φούρνος του ‘Λιλλίου’. Εφύτεψε καινούργια λιόδεντρα στο μοναδικό χωράφι που έμενε απούλητο και από τα πιθάρια δεν έλειψε ποτέ το λάδι κι οι ελιές.

Τον αγαπούσανε, τον πατέρα μου, όλοι οι κάτοικοι της Κερύνειας και μιλούσαν συχνά για την τιμιότητά του και για τον πρόσχαρο χαραχτήρα του. Καθόταν; Τραγουδούσε. Δούλευε; Τραγουδούσε. Έπαιζε πρέφα; Τραγουδούσε. Στα γλέντια δε, ήταν τόσο ξεκαρδιστικά τα τραγούδια του, που πολλές γυναίκες ‘κατουρούσαν’ που το γέλιο. Άρχιζε ένα τραγούδι δίχως τελειωμό, δικό του τραγούδι. Οι γυναίκες παιδευόντουσαν να ακούσουν τη συνέχεια, αλλά αυτός αντί να προχωρήσει, άρχιζε από την αρχή προσθέτοντας μόνο μια λέξη και πάλι απ’ την αρχή. Σωστός γρίφος.

Στο ντύσιμό του πάντοτε ξεχώριζε από όλους τους Κερυνειώτες. Το σκουφί του, η ζώστρα του, το γιλέκο του με δυο σειρές κουμπιά. Τα παπούτσια του το χειμώνα παπαδίστικα με λάστιχο στα πλάγια και το καλοκαίρι άσπρα, λινά ποτίνια δίχως τακούνι. Και το παστούνι του από έβενο, δώρο από κάποιο φίλο του εξ Αφρικής.

Το’ χε καύχημα που’ χε και τα τριάντα δυο του δόντια σε άριστη κατάσταση. Θυμάμαι κάποτε στα εξήντα του, που του έσπασε ένα δόντι σπάζοντας αμύγδαλα• δεν το χώνευε και μου λέει, «αυτό είναι άσχημο μαντάτο». Και πράγματι στο χρόνο απάνω πέθανε η μονάκριβή μας αδελφή[8].

Με το χαμό της κόρης πήρε κι’ αυτός τον κατήφορο. Χάθηκε το γέλιο, κόπηκε το τραγούδι. Έκλαιγε στα κρυφά και δεν άργησε να’ ρθει και η τύφλωση από γλαύκωμα, όπως είπαν οι γιατροί.

Έτσι άρχισε μία δυναστεία ψωμάδων που κράτησε τρεις γενεές. Απ’ τον παππού, στον εγγονό. Ο εγγονός ήμουνα εγώ, που κράτησα τη δουλειά μέχρι την τελευταία ημέρα του ξεριζωμού μας. Έζησα την Κερύνεια με τις χαρές της και τις λύπες της. Κράτησα με τα δόντια που λένε, τη δουλειά, παρ’ όλες τις αντίξοες περιστάσεις, μέχρι την τελευταία μέρα, 20 Ιούλη 1974. Ημέρα του ξεριζωμού μας από τα τουρκικά στρατεύματα.

Η μητέρα

Η μητέρα μoυ γεννήθηκε στον Καραβά. Η οικογένειά της (γονιοί και εφτά παιδιά, τέσσερα αγόρια και τρία κορίτσια[9]) μετοίκησαν στην Κερύνεια το 1910, γιατί δεν είχανε βιος στο χωριό και ο παππούς δεν μπορούσε να συντηρήσει τόσα παιδιά. Ο παππούς δούλευε κορτζής (ζυγιστής). Τα αγόρια μαραγκοί και ράφτες και τα κορίτσια το βελόνι. Μέχρι σήμερα ακούω γριές να μου μιλούν για τα μαντήλια που έμπλεκε η μάνα μου και τα φορούσαν στο λαιμό τους σχεδόν όλες οι Κερυνειώτισσες ακόμα και οι Τουρκάλες.

Θυμάμαι στα γεράματά της που έρχονταν οι φίλες της να τους κεράσει καφέ και παξιμάδι. Πολλές φορές τις άκουγα που μιλούσαν για τα κεντητά μαντήλια. Η κυρά Ροδού, άμα ερχόταν να ανάψει το καντήλι της Χρυσοπολίτισσας, έπρεπε να κάτσει, να πουν τα περασμένα. «Θυμάσαι» της έλεγε η κυρά Ροδού, «που είμαστε και οι δυο αρραβωνιασμένες

Οι πραγματικοί Κερυνειώτες είχανε δική τους διάλεχτο, που δυστυχώς έσβησε πριν πενήντα χρόνια. Θυμάμαι τις γριές τις Κερυνειώτισσες που μιλούσαν τα κερυνειώτικα. Η γιαγιά μου η Χατζηχρυσταλλού και η Χατζηκαλομοίρα.[10] «Πιάσε βέργα και τη βούργια και τράβα στα πογγούρια.» «Φέρε τη σαργιά (σκούπα) να σαρίσουμε την τσιλλαργιά

Ο αδελφός της μάνας μου

Ο θείος μου, ο μικρός αδελφός της μάνας μου, ο Γρηγόρης Τελεβάντος, άφησε το ραφτάδικο όπου δούλευε και πήγε εθελοντής στον ελληνικό στρατό στα 1912.[11] Υπάκουσε στη φωνή της πατρίδας και στο καθήκον και θυσιάστηκε. Σκοτώθηκε στη Μακεδονία για τα ελληνικά ιδανικά. Η ελληνική κυβέρνηση έστειλε στη γιαγιά μου ένα παράσημο ανδρείας και ξόφλησε.

Η γιαγιά μου από το μαράζι του χαμού του μικρού γιού της έπεσε κατάκοιτη στο στρώμα και δεν ξανασηκώθηκε. Ο χαμός του παλικαριού ήταν μεγάλο πλήγμα γι’ αυτή. Χρόνια πολλά τον έκλαψε, γιατί ήταν το στερνοπαίδι της που πάντα οι μανάδες το αγαπούνε πιο πολύ απ’ τα άλλα παιδιά. Δεν θα ξεχάσω την γιαγιά μου, κατάκοιτη σ’ ένα χαμόσπιτο, που μοιρολογούσε για το χαμό του γιου της, του μικρού της Γρηγόρη, και κρατούσε στα χέρια της το παράσημο ανδρείας, σαν να κρατούσε το παιδί της. Μετά το’ στειλε με τον πατέρα μου τάμα στον Απόστολο Αντρέα. Μέχρι τελευταίως τα σωματεία Καραβά τελούσαν εθνικό μνημόσυνο στο θείο μου Γρηγόρη Τελεβάντο.

Το σχολείο

Θυμάμαι την πρώτη φορά που πήγα στο δημοτικό, στη Σεβέρειον Αστική Σχολή.[12] Φορούσαμε πηλίκια και κάθε Κυριακή πηγαίναμε με το δάσκαλο στην εκκλησιά. Θυμάμαι το σεβασμιότατο μητροπολίτη Κυρηνείας κ.κ. Μακάριο και μετά αρχιεπίσκοπο Κύπρου που ερχόταν στην τάξη μας και παρακολουθούσε την πρόοδό μας και μας μοίραζε και δώρα στις γιορτές. Τα διαλείμματα τον βλέπαμε που περιποιόταν ο ίδιος τον κήπο της Μητρόπολης που’ ναι δίπλα στο σχολείο. Είχε μεράκι στο κλάδεμα και τον βοηθούσε ο δάσκαλός μας Χριστόδουλος Χριστοδουλίδης, που ήταν συνάμα ο δεξιός ψάλτης στον Αγ. Γεώργιο Πάνω Κερύνειας.[13]

Οι αναμνήσεις μου από το δημοτικό είναι οι σχολικές γιορτές και οι εκδρομούλες που κάναμε στη Γλυκιώτισσα και στη Φανερωμένη. Ήμουνα συνεσταλμένος τύπος, γι’ αυτό έβγαλα το δημοτικό με μέτριο βαθμό.

Το γυμνάσιό μας ήταν ένα ανώγι, παλιό αρχοντικό, με πρόσοψη στο λιμάνι. Στην πίσω μεριά ήταν το τούρκικο τζαμί με τον ψηλό μιναρέ, όπου απολαμβάναμε τον καλλίφωνο χότζα μεσημέρι και βράδυ. Όπως λέγανε, κάποτε ήταν χριστιανός και μετά τούρκεψε. Ήταν μεγάλη απόλαυση να τον ακούς και προσπαθούσαμε να τον μιμηθούμε.

Στο γυμνάσιο είχα πολύ καλούς συμμαθητές και δασκάλους. Ήμουνα από τους πρώτους μαθητές του καθηγητού και ιστορικού Δρ. Κυριάκου Χατζηιωάννου, τέως γυμνασιάρχου Αμμοχώστου. Ήταν ο πρώτος χρόνος που δίδασκε σαν καθηγητής. Ήταν ο μόνος καθηγητής που αγαπούσαμε όλοι, γιατί μας μάγευε με τις κουβέντες που κάναμε εχτός μαθήματος.

Δε θα ξεχάσω τις προτροπές του να μελετούμε. Μια μέρα που πήγαμε σχεδόν όλοι αδιάβαστοι, μας λέει τάχα εμπιστευτικά. «Βρε παιδιά, διαβάστε να χαρείτε, γιατί είναι ο πρώτος χρόνος που διδάσκω καθηγητής και, αν δε βγάλω καλούς μαθητές, θα με διώξει η εφορεία.» Και πράγματι από τους συμμαθητές μου πάρα πολλοί διάπρεψαν στα γράμματα και πήραν επίλεκτες θέσεις στην κυπριακή κοινωνία όπως ο Τάκης Φυλαχτού, ο Γιώργος Φυλαχτής και ο Λοΐζος Κκολής, ο σημερινός πνευματικός της μονής Αγ. Μηνά με το όνομα Λεόντιος.

Αλλά τα γεγονότα του 1931 ήταν μια θλιβερή εμπειρία για μας το μαθητικό κόσμο. Οι Άγγλοι φυλάκισαν τους καθηγητές μας και πολλούς σημαίνοντες συμπολίτες[14] μας, γιατί έλαβαv μέρος σε παράνομη παρέλαση το 1931. Μας απαγόρεψαν τις παρελάσεις, τα γαλάζια τετράδια και μολύβια και μας πήραν τη σημαία του σχολείου.

Φυλάκισαν το Γεώργιο Καραγιάννη μαζί και άλλους πέντε δασκάλους, τον αδελφό του Λοΐζο Καραγιάννη, τον Ευθύβουλο Ανθούλη, το Γυμνασιάρχη Θεόκλητο Σοφοκλέους, το μαθηματικό Γεώργιο Ζαμπάν και τον αγγλοδιδάσκαλο Μιχαλάκη Κωσταντινίδη. Έτσι και τα δυο σχολεία της Κερύνειας έμειναν ακέφαλα. Μόνον κατόπιν από τις άοκνες προσπάθειες του Παγκυπρίου Γυμνασίου συνέχισε τη λειτουργία του το Γυμνάσιο Κερύνειας. Πολλοί καθηγητές του Παγκυπρίου μετά από τα πρωινά μαθήματα στο Παγκύπριο έρχονταν στην Κερύνεια και αντικαθιστούσαν τους φυλακισμένους καθηγητές μας.

Θυμάμαι την ημέρα της παρέλασης που ήμαστε μπροστά στο διοικητήριο, ένας αστυνομικός πήγε να χτυπήσει ένα μαθητή με το κοντάκι του όπλου και τον άρπαξε ο δεσπότης Μακάριος από το μπράτσο και του λέει δείχνοντας το στήθος του. «Άμα θέλεις να κτυπήσεις κτύπα εδώ.» Και αμέσως ο αστυνομικός υπεχώρησε.[15] Αυτή ήταv η αφορμή vα εκτοπιστεί από τηv Κύπρο ο μεγάλος αγωνιστής, αείμνηστος μητροπολίτης Κυρηνείας και μετά αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Β’.

Το λιμάνι

Χώρους για παιγνίδι δεν είχαμε. Το λιμάνι ήταν ο μεγάλος πειρασμός για μικρούς και μεγάλους. Εμείς οι μικροί προσπαθούσαμε να μιμηθούμε τους μεγάλους φτιάχνοντας καλαμίδια για ψάρεμα με κλωστή και αγκίστρι. Αλλά το ψάρεμα με αγκίστρι είναι μεγάλη τέχνη, που πολύ λίγοι την κατέχουν. Γι’ αυτό τα παρατήσαμε και ασχολούμαστε με τα καβούρια.

Τα μεγάλα παιδιά ασχολούνταν με το ψάρεμα του γύλου. Ο γύλος είναι ένα πολύ ωραίο ψαράκι με κίτρινες ραβδώσεις. Η γεύση του είναι απίθανη. Τρώγεται ολόκληρο χωρίς να αφαιρέσεις ούτε κεφάλι ούτε κόκαλο. Είναι πολύ έξυπνο ψάρι, που χρειάζεται πολλή τέχνη να πιαστεί. Μια παροιμία λέει: «Είμαι γύλος σε γελώ και το δόλωμα χαλώ, είμαι πέρκα πιάνομαι, είμαι χάνος χάνομαι.»

Θυμάμαι, πρόσφυγας πια, σ’ ένα ψαροπωλείο στην Αθήνα πήγα μια μέρα και βλέπω ένα τελάρο γεμάτο ψάρια διάφορα για βραστά. Κοιτάζω μέσα και βλέπω κάτι πελαγόγυλους μία πιθαμή ο καθένας. Έπαθα σαν τρελός. Άρχισα να μαζεύω μερικούς στην πάντα. Ο ψαράς ήταν απασχολημένος με άλλους πελάτες. Άμα ήλθε η σειρά μου και ήλθε να με ρωτήσει τι θα πάρω, του είπα κάπως συνεσταλμένα. «Με αφήνεις να διαλέξω μερικά απ’ αυτά τα μικρούτσικα;» Στέκει και με κοιτάζει. «Αχ πονηρούλη» μου λέει. «Θαλασσινός είσαι και μου το κρύβεις.» Του λέω, «πώς το κατάλαβες;» «Άντε διάλεξε» μου λέει, «γιατί μόνον οι θαλασσινοί ξέρουν να φάνε ψάρι.»

Το λιμανάκι ήταν απαγορευμένο για μας τους μαθητές και από τον δάσκαλο και από τον Τούρκο φύλακα του λιμανιού, τον ‘μαύρο’. Ψηλός, μαύρος, με κίτρινα μάτια και κίτρινα μεγάλα δόντια, μας κυνηγούσε μέχρι τα σκαλιά της Τρυπητής με μια βέργα και αλίμονο σ’ αυτό που θα’ πεφτε στα χέρια του.

Καταφύγιό μας ήταν η αυλή της Χρυσοπολίτισσας. Παίζαμε μέχρι το σούρουπο απ’ όπου μας μάζευαν οι μητέρες μας πολλές φορές με τη βέργα ή μας έδιωχνε ο ιερέας παρόλο που την πιο πολλή φασαρία την έκαναν τα παιδία του.

Στο λιμάνι κατεβαίναμε με τη συνοδεία των γονιών μας στα καφενεδάκια ή για μπάνιο. Το λιμάνι ήταν ο μοναδικός πνεύμονας της πόλης μας. Η Κερύνεια είχε δικό της ταρσανά και έφτιαχνε τα δικά της τα καΐκια. Ο ταρσανάς βρισκόνταν εκεί που χτίστηκε το ξενοδοχείο Κατσελλή. Θυμάμαι το τελευταίο καΐκι που έμεινε πάνω στα σκαριά πολλά χρόνια, γιατί φαλίρισε ο ιδιοκτήτης. Όπως μου’ λεγαν οι ναύτες, η Κερύνεια είχε και τρικάταρτα καΐκια με το όνομα ‘Ρήγαινα’ και ‘Απόστολος Αντρέας.’

Τα καΐκια τα κερυνειώτικα ήταν το καύχημα όλων μας. Εγώ θυμάμαι τον ‘Διγενή,’ τον ‘Αρχάγγελο,’ το τρεχαντήρι του μάστρε Γιάννη, την ‘Αγία Τριάδα,’ τη ‘Σκαμπαβία,’ την ‘Ομορφίτσα’ κι άλλα μικρότερα. Εμείς οι μικροί τ’ αγαπούσαμε τα καΐκια και ο καθένας είχε ξεχωριστή συμπάθεια, ο καθένας το δικό του. Άμα φαινόταν στο πέλαγος καράβι, μαζευόμαστε όλα τα παιδιά της γειτονιάς στην εξέδρα της Τρυπητής και ο καθένας προσπαθούσε να μαντεύσει ποιο καράβι πρέπει να’ ναι. Πολλές φορές στοιχηματίζαμε με πάτσους. Αν είναι το δικό μου, θα φας τόσους πάτσους.

Άμα γυρίζανε από το ταξίδι, πολλές φορές κολυμπώντας βγαίναμε πάνω στο καράβι και τρώγαμε λογιών λογιών λιχουδιές, ξηρούς καρπούς ακόμα και καρπούζι της Ανατολής. Οι καπετάνιοι μάς αγαπούσαν και ποτές δε μας θύμωναν. Οι ναύτες μόνον μας θύμωναν, γιατί λερώναμε το καΐκι. Τα τούρκικα καΐκια δεν ξεχώριζαν από τα Κυπριακά.

http://mkp-archive.blogspot.com/
Σφουγγαράδικο στολισμένο με τα ‘λάφυρα’ του. 
Οι ναύτες, Έλληνες και Τούρκοι, γλεντούσαν αδελφωμένοι στις ταβέρνες του λιμανιού. Κάθε καλοκαίρι γέμιζε το λιμανάκι μας από σφουγγαράδικα ελληνικά, σχεδόν όλα από την Κάλυμνο. Πηγαίναμε στο μουράγιο που’ταν δεμένα τα σφουγγαράδικα. Μάς έκανε εντύπωση ο τρόπος που μαγείρευαν· δυο πέτρες κι’ απάνω ένα τσουκάλι με λίγα ξυλαράκια από κάτω, και να μοσχοβολά ο τόπος φρέσκο ψάρι.[16] Κάθε βράδυ το ίδιο μενού· ποτέ δεν άλλαζε. Μετά τι ξεφάντωμα· το’ ρίχναν στο χορό και στο τραγούδι με τη συνοδεία του αυλού τους, το λεγόμενο ‘σκουταύλι’ από το ασκός και αυλός. Περίπου σαν σκοτσέζικη πίπιζα.

Τα σφουγγάρια τα πατούσανε να βγει το σκουλήκι και άλλες ακαθαρσίες και τα κρεμάζανε στο άλμπουρο του καραβιού μέχρι να’ ρτει η ώρα για πούλημα σαν λάφυρα πολέμου.

Η Τρυπητή

Η ζέστη κ’ η υγρασία μου κόβει την όρεξη για δουλειά. Παρ’ όλο που η δουλειά δε σηκώνει αναβολή, γιατί η αρτοποιία είναι η ασχολία μου 40 συνεχή χρόνια. Μια ολόκληρη ζωή, πρώτα με τον πατέρα μου και μετά με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου.

Κοιτάζω κάθε λίγο και λιγάκι το ρολόι που’ ναι ψηλά στον τοίχο κρεμασμένο και περιμένω να χτυπήσει στις οχτώ. Δεν αντέχω στον πειρασμό, γιατί είναι η ώρα που γυρίζουν οι ψαρόβαρκες, για να χαρώ και εγώ μαζί τους, άμα γυρίζουν με φορτωμένα δίχτυα. Άμα γυρίζουν δίχως ψάρια συμμερίζομαι τον πόνο τους.

Αφήνω το φουρνόφτυαρο, αρπάζω ένα κουλούρι και τρώγοντας στρίβω τα στενά δρομάκια και σ’ ένα λεπτό να με στην Τρυπητή. Η Τρυπητή είναι ένα στενό πέρασμα που δε χωράει δυο άτομα να περάσουν ο ένας δίπλα στον άλλον· μόνο οι ερωτευμένοι τα καταφέρνουν. Από τα σκαλάκιά της αγναντεύεις το πέλαγος και μετράς όλα τα πλεούμενα του λιμανιού.

Απέναντι ακριβώς είναι η παλιά μπούκα του λιμανιού και ο φάρος. Η Τρυπητή χωρίζει δυο παλιά κονάκια που στα παλιά χρόνια λειτουργούσαν τα καζίνα του λιμανιού, όπως λέγανε τα καφενεία και όχι με τη σημερινή έννοια του καζίνου.

Οι παππούδες μας λέγανε: «Όσο αξίζει η Τρυπητή δεν αξίζει η πόλη.» Γιατί ποτέ δε λείπει ο δροσερός αέρας από το ρεύμα του αέρα και της στενότητας του χώρου. Η Τρυπητή ήταν το καταφύγιό μας προ πάντων στις μεγάλες ζέστες του καλοκαιριού. Οι γερόντοι της γειτονιάς φέρνανε μαζί τους καμιά κουβέρτα ή κανένα τσουβάλι και ξάπλωναν τα μεσημέρια.

Θυμάμαι, όταν ήμουνα δωδεκάχρονο αγόρι, που κατεβαίναμε όσοι γείτονες δεν είχαμε ανώι, για να ξαπλώσουμε, να πάρουμε το μεσημεριάτικο υπνάκο μας στη ζέστη του καλοκαιριού. Παίρναμε καθένας καμιά κουβέρτα ή ένα τσουβάλι και κατεβαίναμε όλα τα αγόρια. Αλλά τα κορίτσια βγαίνανε στα γύρω μπαλκόνια και είχαμε διπλό φρεσκάρισμα· τα πειράγματα παίρναν και φέρναν.

Τις Κυριακές κατεβαίναν οι Τουρκάλες με τα χρωματιστά σεντόνια και με σκεπασμένο το πρόσωπο με το φερετζέ. Καθόντουσαν άλλες σε μαξιλάρια, άλλες καταγής και γέμιζε όλη η εξέδρα της Τρυπητής και τα σκαλάκια που’ ναι δεξιά και αριστερά της εξέδρας. Αν τολμούσες να περάσεις, δε σου κάναν μέρος, παρά μόνον σου’ λεγαν να πας από άλλο στενό. Άλλες έρχονταν για να δουν τα τούρκικα καΐκια που κουβαλούσαν ξυλεία, όσπρια και ξηρούς καρπούς από την Ανατολή, όπως λέγαμε τότε τη Μ. Ασία. Άλλες, για να θαυμάσουν τα χιονισμένα βουνά της Καραμανιάς.

Τα τουρκάκια φέρνανε βόλτα τα παραλιακά κέντρα και πουλούσανε γιασεμί περασμένο σε φύλλα χουρμαδιάς και κάτι λουλούδια κίτρινα με βαριά μυρωδιά, χεννά τη λέγανε, και τα βάζανε οι Τουρκόμαγγες στ’ αφτί.

Η Τρυπητή εκτός από τη δροσιά της είχε και τις παραδόσεις της. Μια τέτοια λέει ότι όποιος ξένος περάσει από την Τρυπητή οπωσδήποτε θα γίνει Κερυνειώτης, δηλαδή θα παντρευτεί με Κερυνειώτισσα. Οι Τούρκοι της Κερύνειας είχαν ένα δικό τους ανέκδοτο που το’ λεγαν πολύ συχνά στα καφενεία και είναι ακριβώς το αντίθετο. Το τραγούδι ή ποίημα έλεγε στον Τούρκο περίπου τα εξής.
Κερύνεια, Κερύνεια μη μπεις μέσα
Αv μπεις μέσα μηv αργήσεις
Αv αργήσεις μηv παντρευτείς
Κι’ αν παντρευτείς φύγε.[17]
Ρώτησα πολλούς Τούρκους να μου πουν ποια βάση έχει αύτη η προτροπή, αλλά δυστυχώς δε βρέθηκε κανένας. Κάποιος δικός μας μου’ πε το εξής· ότι κάποτε κάποιος Τούρκος παντρεύτηκε μια ωραία κοπέλα, αλλά δεν πέρασε πολύς καιρός και εχτός που του πήρανε τη γυναίκα, έφαγε και σαράντα παρά μίαν. Κι’ όταν πήρε τα βρεμένα του να φύγει είπε αυτό το ρητό.

Τραμουντάνα

Στεκόμουνα στα σκαλάκια και κοιτούσα το λιμάνι. Ερημιά παντού. Ούτε ένα καράβι, ούτε για σημάδι. Κάτι μαούνες δεμένες στα ρεμέντζα τους περιμένανε χρόνια πότε θάρτει κανένα βαπόρι να φορτώσουν τα χαρούπια, 2-3 βδομάδες κάθε χρόνο. Πεντέξι σαραβαλιασμένες βάρκες στη στεριά και δυο τρεις απόμαχοι ψαράδες. Τα καΐκια της Κερύνειας 6-7 μεγάλα κι άλλα μικρότερα τα’ φαγε όλα η μανιασμένη τραμουντάνα, όπως λέγαμε το βοριά.

Ορμούσε ακάθεχτη, γιατί δεν υπήρχε κυματοθραύστης και σάρωνε τα πάντα. Πολλές φορές το’ παίρναν χαπάρι όσοι αγρυπνούσαν και χτυπούσαν τις καμπάνες, για να σηκωθούν όλοι να βοηθήσουν, για να βγουν στη στεριά οι ψαρόβαρκες. Τα μεγάλα καράβια μέναν στο έλεος του Θεού.

Άκουγες τους ναύτες που προσπαθούσαν μες το κρύο, τη βροχή και το σκοτάδι να δέσουνε διπλές παρούμες ίσως τα κρατήσουν και σχιζόταν η καρδιά σου. Αν αντέχαν οι παρούμες, καλώς· αλλιώς και κοβόταν καμιά, εδιπλάρωνε το ένα καράβι κοντά στο άλλο και χάνονταν αδελφωμένα.[18]

Οι γυναίκες σπαράζανε βλέποντας τους συζύγους και γονιούς τους να θαλασσοδέρνονται χωρίς ελπίδα. Άλλες τρέχανε και γονατούσανε μπροστά στην Παναγία τη Χρυσοπολίτισσα να βοηθήσει τους θαλασσοδαρμένους, άλλες φέρνανε το καντήλι της Παναγιάς και το αδειάζανε στη θάλασσα.

http://mkp-archive.blogspot.com/
Η Άννα και Κώστας Ποέρος το 1945.
Και πράγματι πολλές φορές βρέθηκα την ώρα που αδειάζανε το καντήλι και είδα τα κύματα να υποχωρούν για αρκετή ώρα και γλίτωναν τουλάχιστο οι ναύτες. Είδα πάρα πολλές τέτοιες τραγωδίες αλλά ευτυχώς χωρίς ανθρώπινα θύματα. Το πρωί κατεβαίνανε όλοι οι πολίτες, για να δουν το φριχτό θέαμα της καταστροφής. Στις 11 η ώρα κατέβαινε ο Άγγλος διοικητής της Κερύνειας, έβλεπε τα συντρίμμια, έβγαζε μερικές φωτογραφίες για σουβενίρ και έφευγε, χωρίς να μπει στον κόπο να ρωτήξει αν αυτοί οι άνθρωποι που μείνανε σαν το φτερό στον άνεμο, έχουν ψωμί να φάνε; Οι γυναίκες τους, τα παιδιά τους, πώς ζουν; Έχουν ρούχα να μην κρυώνουν; Έχουν παπούτσια στα πόδια; Γι’ αυτό τα παιδιά σχεδόν όλα παίρναν το δρόμο της ξενιτιάς. Και η Κερύνεια μαραίνεται και λιγοστεύουν οι κάτοικοι της.

Πολλές οικογένειες μείνανε χωρίς προστάτη. Οι μάνες παίρνουν τη θέση του οικογενειάρχη. Με χίλια βάσανα να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Θυμάμαι την κυρά Ροδού με πέντε παιδιά – τρία κορίτσια και δυο αγόρια. Τριάντα χρόνια ο σύζυγος στη ξενιτιά. Μεγάλωσε τα παιδιά της, τα πάντρεψε χωρίς πατέρα.

Η οικογένεια Αλέξη Μιχαηλίδη. Πέντε κόρες[19] μείνανε πεντάρφανες από πατέρα, μητέρα[20] κι’ αδελφό.[21] Μέσα σε πέντε χρόνια παντρευτήκανε και οι πέντε Κερυνειώτες. Ο ένας ήμουν ο υποφαινόμενος.

Κερυνειώτικες Κουβέντες

Το 1930 ήταν η πιο δύσκολη χρονιά για όλο τον κόσμο και προ πάντων για τους Κερυνειώτες[22] που περίμεναν από τη θάλασσα να ζήσουν. Δύο απ’ αυτούς ήταν τα αδέλφια Πιλιεττής και Κάκκαρης. Και οι δύο καλοί θαλασσινοί, τον ένα τον λέγανε Χριστόδουλο και τον άλλο Αναστάση. Στο 1930 τους θυμάμαι γύρω στα 60 τον ένα και 65 τον άλλο. Γερά ποτήρια και οι δύο ξέμπαρκοι πολεμούσανε με την πετονιά και το καλαμίδι να πιάσουνε καμιά οκά ψάρι να το πουλήσουνε, για να βγάλουνε το μεροκάματο. Δηλαδή πότε ένα πότε δυο σελίνια. Με αυτά έπρεπε ν’ αγοράσουν ψωμί, τσιγάρα, μία ρέγγα και την απαραίτητη μπουκάλα το κρασί. Αν περισσεύανε 2-3 γρόσια τα πίνανε στον πάγκο του ταβερνάρη και όποιος είχε παραπάνω κερνούσε τον άλλο ένα ποτήρι κρασί.

Εκείνο το βράδυ ο ένας, ο Πιλιεττής, έβγαλε 1-2 σελίνια, έκατσε στον πάγκο και τάπιε όλα. Ο Κάκκαρης καθόταν στη γωνιά του καφενείου και κάπνιζε το τσιγαράκι του σκεφτικός. Ποιος ξέρει, δεν είχε λεφτά να πιει· ίσως νάταν αδιάθετος; Ο Πιλιεττής τα κοπάνησε, κατέβηκε σιγά σιγά απ’ το σκαμνί του πάγκου και προχώρησε προς το διάδρομο του καφενείου, για να βγει στο δρόμο κάτι πολύ δύσκολο για ένα μεθυσμένο.

Πότε αρπαζόταν από μία καρέκλα, πότε απάνω σ’ ένα τραπέζι, κι’ εμείς σταματήσαμε την πρέφα και κάναμε γούστο. Εν τέλει τα κατάφερε και βρέθηκε στην άλλη άκρη του καφενείου κοντά στην έξοδο. Δεν ξέρω πώς τάφερε ο διάολος και αντί να πάει στην πόρτα βρέθηκε μπροστά στον αδελφό του τον Αναστάση, που καθόταν σκεφτικός. Σκύβει μπροστά του και τον κοιτάζει με ύφος σοβαρό. Μετά σκύβει στο αφτί του και του λέει: «Ρε Αναστάση, ρε αδέλφι, εσού είσαι, εκατάλαβά σε.»

Ήθελε τάχατες να του πει ότι δεν ήταν μεθυσμένος, αφού κατάλαβε τον αδελφό του. Και από τότες έμεινε η φράση «εκατάλαβα ρε Αναστάση» και άμα πιάναμε κανένα να κλέβει στα χαρτιά, κάτι πολύ συνηθισμένο, του λέγαμε «εκατάλαβασε ρε Αναστάση, εσού είσαι.»

Πανηγύρια

Οι χαρές της Κερύνειας ήταν πολύ λίγες· δυο πανηγύρια το χρόνο. Ένα στις 8 του Σεπτέμβρη της Παναγίας, το πανηγύρι της Γλυκιώτισσας που ήταν από τα πιο ωραία πανηγύρια της επαρχίας όλης. Και το μεγάλο πανηγύρι του Κατακλυσμού.

Στις 8 Σεπτεμβρίου γινόταν το πανηγύρι της Γλυκιώτισσας, ένα ξωκλήσι πάνω στο κύμα, ένα μίλι στα δυτικά της Κερύνειας. Στο πανηγύρι κατέβαιναν όλα τα γύρω χωριά, ακόμη και απ’ το τούρκικο χωριό, το Τέμπλος, άλλοι για να πουλήσουν τις πραμάτειες τους, άλλοι για να προσκυνήσουν στη χάρη της Παναγίας. Γιατί πάρα πολλοί πιστοί πίστευαν στο θαύμα της. Μια φορά λένε που έπεσε μεγάλο θανατικό (χολέρα) στην Κερύνεια, όσοι κατέφυγαν στη χάρη της γλιτώσανε. Γι’ αυτό πήρε και το όνομα Γλυκιώτισσα.[23]

Ο κόσμος κατέβαινε από όλα τα γύρω χωριά να προσκυνήσει στη χάρη της Παναγίας και να πάει βόλτα με το πανί, με τις βάρκες τις Κερυνειώτικες, μέχρι το ‘Νησί.’[24] Οι Κερυνειώτες, οι βαρκάρηδες, έκαναν χρυσές δουλειές στις δυο μέρες της πανήγυρης. Πολλοί από τα γύρω χωριά, προ πάντων οι σκάπουλλοι κι’ οι κορασιές, μπαίναν στις βάρκες για μια βόλτα με πανί μέχρι το ‘Νησί,’ για να χαρούν και να απολαύσουν τη θαλασσινή αρμύρα βουτώντας τα χέρια τους στην θάλασσα. Επιστρατεύονταν όλες οι βάρκες και μερικές μαούνες κάποτε. Θυμάμαι μια χρονιά σε μια μαούνα ήταν και η οικογένεια μας.

Οι Κερυνειώτες το’ρίχναν στο γλέντι από το βράδυ μέχρι το απόγευμα της άλλης μέρας. Η παρέα του πατέρα μου ήταν η πιο μεγάλη· οι πιο πολλοί ναύτες και ένας καπετάνιος.[25] Συνήθως πηγαίναμε δια θαλάσσης όλοι της παρέας μας σε μια μαούνα με τα συμπράγκαλά μας. Σούβλες, κρασί, ψωμιά, κρέας κι άλλα. Πολλοί εχτός από τα τρόφιμα κουβαλούσαν μαζί τους και τα κρεβάτια τους. Γιατί το’ χανε τάμα να κοιμηθούν το βράδυ, ανήμερα της γιορτής, στη χάρη της.

Θυμάμαι όταν ήμουνα μικρός, η παρέα του πατέρα μου πάντα μέναμε τελευταίοι, γιατί ο καπετάνιος ήτανε και επίτροπος της εκκλησιάς. Δε θα ξεχάσω την ημέρα που γλεντούσαμε και κατά το μεσημέρι σηκώθηκε δυνατός αέρας. Οι ναύτες ανησυχήσανε πώς θα γυρίσουμε πίσω στην Κερύνεια με τόσον αέρα· μηχανές δεν υπήρχαν τότες μόνο πανιά.

Απάνω στο γλέντι σηκώθηκε ένας ναύτης να πάει για νερό του κοντά στη θάλασσα. Άμα γύρισε πάει κοντά στον καπετάνιο και του μιλά κρυφά στ’ αφτί. Τότε βλέπω τους ναύτες να σηκώνεται ένας ένας και να φεύγει για τη μαούνα. Πώς συνεννοηθήκανε μεταξύ τους, μένει μυστήριο για μένα. Βλέπω την μαούνα να ξεμακραίνει από τη στεριά και να κάνει βόλτες στ’ ανοιχτά. Οι γυναίκες βουβάθηκαν. Βλέπει η μια την άλλη και φοβούνται να ρωτήσουν τι συμβαίνει.

Ο καπετάνιος κρυφομιλά με μερικούς φίλους του. Άρχισε να σουρουπώνει κι’ η μαούνα μένει ακόμα στ’ ανοιχτά κάνοντας βόλτες. «Άντε» λέγει ο καπετάνιος «πάρτε τα παιδιά και δρόμο», χωρίς να δώσει καμιά εξήγηση. Έτσι γυρίσαμε με τα πόδια στα σπίτια μας τα παιδιά, οι μανάδες και δυο τρεις γέροι.

Μετά από πολλούς μήνες έμαθα απ’ τον πατέρα μου περί τίνος επρόκειτο. Εκείνο το βράδυ της ογδόης Σεπτεμβρίου έβγαλε η θάλασσα ‘λαττάδες’. Οι ‘λαττάδες’ ήταν κάτι χοντρά δοκάρια που’ φεύγαν από τα παράλια της Μικράς Ασίας. Οι Τούρκοι κόβανε τα δοκάρια από τα ψηλά βουνά της Τουρκίας αλλά ο μόνος τρόπος για να τα κατεβάσουν στην παραλία ήταν τα ποτάμια. Στην εκβολή του ποταμού κάνανε φράγμα πάλιν με δοκάρια και σταματούσαν τη ροή των ξύλων στη θάλασσα. Αλλά πολλές φορές ξεχειλούσε το φράγμα και τα δοκάρια ανεμπόδιστα παίρνανε το πέλαγος. Αυτό ήταν ένα δώρο του θεού για μας. Γι’ αυτό τα σπίτια τα παλιά, τα Κερυνειώτικα, είχανε στέγες ξύλινες με ‘λαττάδες’ της Ανατολής όπως τα λέγανε.[26] Πολλές φορές τα ανακάλυπτε η ακτοφυλακή και τα έβγαζε σε δημοπρασία. Τα μισά λεφτά τα έπαιρνε το δημόσιο και τα άλλα μισά αυτός που τα’ βρισκε.

Εκείνο το βράδυ που φορτώσανε τη μαούνα μέχρι τα ξάρτια βλέπει ο ένας τον άλλο και ρωτά τι να τα κάνουν. Να τα πάρουν στο λιμάνι θα τα κατάσχει ο Εγγλέζος. Σηκώνεται ο καπετάν Παναγής και λέει. «Αυτά παιδιά δεν ανήκουν σε μας, ανήκουν στη χάρη της.» Διατάζει να βγει όλη η ξυλεία στη στεριά, να τα βάλουν μέσα στην εκκλησία και να την κλειδώσουν. Αμέσως εχτελέστηκε η διαταγή του καπετάνιου. Και πράγματι κανένας ναύτης δε διαμαρτυρήθηκε, παρά μόνον όλοι τους έβαλαν χέρι και ξεφορτώθηκε όλη η ξυλεία μέσα στο παρεκκλήσι.

Πήρε τα κλειδιά ο καπετάνιος και τα παρέδωσε σε άλλον επίτροπο, μαραγκό, για να γίνουν καινούργιοι σκάμνοι στην εκκλησιά.

Το πανηγύρι του κατακλυσμού ήταν το πιο μεγάλο γεγονός της χρονιάς και διαρκούσε δυο μέρες. Μαζευόταν όλη η επαρχία και πολλοί Λευκωσιάτες. Από πολύ νωρίς φτιάχνονταν οι καλύβες για τους λοκματσήδες και τους άλλους ψιλικατζήδες και μαζευόταν όλη η επαρχία να διαγωνισθεί στα θαλάσσια αγωνίσματα, τους Κυπριακούς χορούς, τα τσιατίσματα και το πιθκιάβλι (αυλός). Την Κυριακή γίνονταν οι προκριματικοί θαλάσσιοι αγώνες. Τη Δευτέρα γίνονταν οι τελικοί αγώνες. Το βράδυ γίνονταν οι διαγωνισμοί στους Κυπριακούς χορούς, στα δίστιχα τραγούδια και τα τσαττίσματα. Στο χορό παίρναν μέρος και Τούρκοι χορευτάδες που πολλές φορές παίρναν τα πρώτα βραβεία. Η γιορτή τέλειωνε με την απονομή των επάθλων από το Μητροπολίτη Κυρηνείας. Ο πρώτος εμπνευστής και πρωταγωνιστής και δημιουργός της μεγάλης αυτής πανήγυρης ήταν ο αείμνηστος Γεώργιος Καραγιάννης διευθυντής του δημοτικού σχολείου Κερύνειας επί τριάντα συνεχή χρόνια.[27]

Το θαύμα του Αρχαγγέλου: Το τάμα 

Ένα καράβι ασημένιο ήταν κρεμασμένο ψηλά πάνω απ’ την εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, του πολιούχου άγιου της Κερύνειας. Η εκκλησία του είναι χτισμένη στον πιο ψηλό βράχο μέσα στην καρδιά της παλιάς πόλης. Τον είχανε προστάτη άγγελο οι θαλασσινοί από πολλά χρόνια. Όπως λέει και το τροπάριο «εκ των κινδύνων λύτρωσαι ημάς ως ταξιάρχης των άνω δυνάμεων.» Γιατί οι Κερυνειώτες ναυτικοί ήταν οι πιο θαλασσοδαρμένοι από όλους τους ναυτικούς της Κύπρου.
Τα βόρεια ακρογιάλια της Κύπρου ήταν τα πιο επικίνδυνα για τα καράβια. Οι φουρτούνες, οι τραμουντάνες όπως λέγαν το βοριά, ξεσπούσαν τόσο άγρια και βγάζαν το άχτι τους στα βράχια. Οι ξένοι ναυτικοί απόφευγαν το λιμάνι μας σαν ο διάολος το λιβάνι. Είχαν πικρή πείρα γιατί είχαν χάσει πολλά καράβια. Το λιμάνι ήταν εκτεθειμένο στους δώδεκα ανέμους όπως λέγανε οι ντόπιοι. Παρ’ όλες τις ζημιές, παρ’ όλες τις απώλειες, οι Κερυνιώτες ναυτικοί συνέχιζαν να οργώνουν χειμώνα καλοκαίρι το πέλαγος μεταξύ Κύπρου και Τουρκίας.

Στον ταρσανά όπως λέγαν το ναυπηγείο της Κερύνειας, που’ ταν εκεί που’ ναι σήμερα χτισμένο το ξενοδοχείο Dome, φτιάχνανε καράβια συνέχεια. Το 1920 φτιάχναν ένα καράβι που ανήκε σε δυο αδέλφια[28] πούχαν μεγάλο ξυλεμπορικό στην Κερύνεια και άλλο ένα στη Λευκωσία. Έκαναν το εμπόριο Κύπρου-Τουρκίας. Προτού ρίξουν το καράβι το βαφτίσανε ‘Πετράκη.’ Άμα το ρίξανε στη θάλασσα έπρεπε να το ρυμουλκήσουν στο λιμάνι, για να το αρματώσουν με πανιά. Ρυμουλκά δεν υπήρχαν τότε. Το λιμάνι απέχει περίπου 500 μέτρα απ’ τον ταρσανά. Δυο βάρκες με κουπιά ανάλαβαν να το ρυμουλκήσουν. Το καράβι ήταν βαρύ και οι ναύτες κουράστηκαν στα μισά.

Ακριβώς στα μισά είναι η πέτρα του Αρχαγγέλου. Είναι ένας βράχος περίπου 50 μέτρα από τη στεργιά ακριβώς απέναντι στην εκκλησία. Ο βράχος άμα γεμίζαν τα νερά δε φαίνεται· άμα τραβηχτούν τα νερά, ξενερίζει περίπου ένα πόδι. Οι ναύτες θέλανε να περάσουν ανοιχτά από το βράχο αλλά, πώς τάφερε ο διάολος, φυσάει ένα ελαφρό αεράκι και να σου το καράβι πάει κι’ αράζει πάνω στην πέτρα του Αρχαγγέλου. Δυο μέρες πολεμούσανε να το ξεκολλήσουν αλλά δεν έγινε τίποτα.

Την τρίτη μέρα, αφού είδαν ότι δε γίνεται τίποτα τα παράτησαν. Ένας ηλικιωμένος ναυτικός, που’ χε φάει τη θάλασσα με το κουτάλι, όπως λένε οι ναυτικοί, κάτι ήξερε από τάματα και αγίους. Είδε τα δυο αδέλφια, τους καραβοκύρηδες, να στέκονται παράμερα αμίλητοι. Πάει κοντά τους ο μπάρμπα Σταμάτης, έτσι τον λέγανε, παίρνει το θάρρος και τους ρωτάει. «Δε μου λέτε αφεντικά μήπως έχετε τίποτα προηγούμενα με τον Αρχάγγελο;» και έδειξε με το χέρι του την εκκλησία από πάνω. Τα δυο αδέλφια προς στιγμή τα χάσανε. Δεν έδωσαν καμιά απάντηση στον μπάρμπα Σταμάτη.

Σκυφτοί και σκεφτικοί τράβηξαν για την εκκλησία. Ούτε μισή ώρα δεν πέρασε. Φυσά ένας αέρας στεριανός και το καράβι άρχισε να σαλεύει. Σε μία ώρα το καράβι ρυμουλκήθηκε στο λιμάνι.

Τι κουβέντες αλλάξανε τα δυο αδέλφια με τον Αρχάγγελο μόνο αυτοί ξέρουν. Εμείς το μόνο που ξέρουμε είναι ότι το καράβι πήρε το όνομα ‘Αρχάγγελος[29]’ και ένα ασημένιο ομοίωμα του καραβιού ήταν κρεμασμένο πάνω από την εικόνα του Αρχαγγέλου μέχρι την ημέρα που ξεριζωθήκαμε απ’ την Κερύνεια μας.


______________________
[1] Ο Κωσταντής Ποέρος, γεννήθηκε γύρο στο 1847 στηv Κερύνεια.
[2] Τον καπετάν Bernard Boero, προ-προπάππος και πατριάρχης της οικογένειας Ποέρου στην Κύπρο. Μετοίκησε στην Κερύνεια από τη Σαρδηνία στις αρχές του 19ου αιώνα.
[3] Στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, ο κεφαλικός φόρος επιβάρυνε συλλογικά όλους τους Χριστιανούς άνδρες, που ήσαν μεταξύ 15-70 χρόνων και Οθωμανοί υπήκοοι. Τα 27 γρόσια που αντιστοιχούσαν ανά κεφαλή, απάλλασσαν τους Χριστιανούς υπηκόους της οθωμανικής αυτοκρατορίας από τη στρατολογία. Ο μουχτάρης κάθε κοινότητας είχε την ευθύνη περισυλλογής και πληρωμής του φόρου στα δημόσια ταμεία. Το Δεκέμβρη του 1878, οι Αγγλικές αρχές τροποποίησαν και το μετέτρεψα σε ατομικό φόρο. Οι φοροεισπράκτορες θα εισέπρατταν 2 σελίνια και 6 γρόσια, ανεξαίρετα, από όλους τους Χριστιανούς και Μουσουλμάνους άνδρες ηλικίας 18-60, πλην αυτών μη Οθωμανικής υπηκοότητας. Ο φόρος καταργήθηκε το 1906
[4] Το παρανόμι με το οποίο ήταν γνωστός ο παππούς του συγγραφέα, Κωσταντής Ποέρος
[5] Τα κερυνειώτικα καΐκια πήγαιναν και στα ελληνικά νησιά και στηv Αίγυπτο, ακόμη και στην Μαύρη Θάλασσα.
[6] Σύμφωνα με την προφορική αναφορά του Αιμίλιου Ποέρου, το όνομά της ήταν Μηλιά και καταγόταν από την Θέρμια.
[7] Δάσκαλος του τότε ήταν ο Γεώργιος Λοϊζίδης από τον Καραβά, που μετά από σπουδές στην Γαλλία, δικηγορούσε στην Κερύνεια μέχρι τον θάνατο του το 1932.
[8] Η Χαριτίνη Ποέρου.
[9] Οι Γιώργος, Αλέξης, Χριστόδουλος ‘Τουμανής’, Φρόσω, Ελενίτσα, Μαρίτσα και Γρηγόρης Τελεβάντος.
[10] Εδώ ο συγγραφέας αναφέρεται στις αδελφές του παππού του, Χρυσταλλού Νικολιού Χατζηχριστοφή και Καλομοίρα Γιασεμή Χατζαντώνη
[11] Στον πρώτο Βαλκανικό πόλεμο.
[12] Η Σεβέρειος Αστική Σχολή Κερύνειας λειτούργησε για πρώτη φόρα το 1912. Χτίσθηκε μετά από μια γενναιόδωρη δωρεά από τον εκ Λευκωσίας δικηγόρο και μεγαλέμπορο Δημοσθένη Σεβέρη που τελικά ανήθλε στις ₤750.
[13] Η εκκλησία θεμελιώθηκε πάνω στα ερείπια αρχαιότερου ναού το 1907. Κτίσθηκε και εξοπλίσθηκε το 1924-25 μετά από δωρεά του ζεύγους Μαρίας και Χατζηγεώργιου Α. Μιχαηλίδη από τη Θέρμια.
[14] Μεταξύ τωv οποίων ήταν oι καπετάν Παναής Μιχαηλίδης, Νεοκλής Λοΐζου, Σάββας Καράσαββας, Δωρόθεος Καρολίδης, Σάββας Ποέρος και Κυριάκος Σπύρου γνωστός ως ‘Ποέρος.’
[15] Σε εμπιστευτική έκθεση προς τον αστυνομικό επιθεωρητή Κερύνειας, Κώστα Δ. Δημητριάδη, με ημερομηνία 25 Οκτωβρίου, 1931, ο αστυφύλακας Μουσταφά Σιεφκή αναφέρει ότι οι δύο ‘ένοχοι’ που κατέβασαν την αγγλική και ανάρτησαν την ελληνική σημαία στο διοικητήριο ήταν οι Δημήτρης Γαλακτίου και Σάββας Χατζηλαμπής.
[16] Η γνώστη κακαβιά.
[17] Υπάρχουν διάφορες παραλλαγές του ποιήματος αυτού και στην Ελληνική και στην Τουρκική.
[18] Πολλά ήταν τα Κερυνειώτικα καΐκια που βούλιαξαν μέσα στο λιμάνι. Μικρό παιδί, ο συγγραφέας σίγουρα είδε τη νύκτα της 24-25 Ιανουαρίου, 1934, την αλυσίδα της ‘Αγία Τριάδα’ του καπτάν Ματθαίου Καριόλου να σπάει και αβοήθητο στη τραμουντάνα να κτυπά το ‘Νζεϊλαν Γαζι’ του καπτάν Χασάν Χουσεήν που ήταν αγκυροβολημένο δίπλα.
[19] Η Κοραλλία, Δέσποινα, Άννα, Φροσούλλα και Έλλη.
[20] Η Ελένη Παύλου Χατζηχριστοφή πέθανε το 1924. Σε δεύτερο γάμο, ο Αλέξης Μιχαηλίδης παντρεύτηκε τη Ρεβέκκα Ιγνατιάδη και μαζί απόχτησαν τηv Έλλη. Η Ρεβέκκα ήταν πρόσφυγας απo τη Μικρά Ασία και είχε βρει καταφύγιο με το μικρό της γιο Αναστάση στην Κερύνεια.
[21] Ο Παναγιώτης Μιχαηλίδης πέθανε στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου είχε μεταναστέψει.
[22] Η οικονομία της Κερύνειας εκείνη την εποχή βασιζόταν στη γεωργία, το εμπόριο με τη Μικρά Ασία και τα ελληνικά νησιά, και την εξαγωγή χαρουπιών. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, οι εμπορικές συναλλαγές με τη Μικρά Ασία και τα ελληνικά νησιά περιορίστηκαν δραστικά, αλλά η Μικρασιατική καταστροφή το 1922 ήταν καταστροφική για το εμπόριο της πόλης αφήνοντας άνεργους πολλούς από τους ναυτικούς και εργάτες. Προτού καν ορθοποδήσουν οικονομικά, ακολούθησε η πτώση πρώτα στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης και μετά σε αυτά της Ευρώπης, καταστρέφοντας το παγκόσμιο εμπόριο. Ταυτόχρονα, στην περίοδο 1928-1930, η Κύπρος πέρασε μια απo τις πιo σοβαρές ανομβρίες τoυ αιώνα πoυ εξάντλησαν τα λιγοστά απoθέματα τoυ λαoυ της και ήταν μια απo της αιτίες για τις ταραχές που ακολούθησαν τo 1931.
[23] Μια άλλη εκδοχή είναι ότι πήρε το όνομα από το γλυκό νερό που βγαίνει από ένα βράχο κοντά στην εκκλησία.
[24]Τo νησί Γλυκιώτισσα, πού βρίσκεται στα δυτικά της επώνυμης εκκλησίας.
[25] Ο καπετάν Παναής Μιχαηλίδης, 1874-1960.
[26] Και από το εμπόριο ξυλείας με τη Μικρά Ασία.
[27] Ο Γεώργιος Καραγιάννης δε δίδαξε 30 συνεχή χρόνια στο δημοτικό σχολείο Κερύνειας. Εργάστηκε σε αυτό διαδοχικά το 1909-1913, 1917-1920 και 1923-1931. Οι δε εορτασμοί του κατακλυσμού στην Κερύνεια προηγούνται της άφιξής του εκεί. Όπως αναφέρει η ‘Φωνή της Κύπρου,’ τις 10/22 Μαΐου, 1896, «Η εορτή του Αγίου Πνεύματος θα εορτασθή πανηγυρικώς εν Κυρηνεία, θα τελεσθώσι δε λεμβοδρομίαι και διάφορα άλλα αγωνίσματα.»
[28]Οι αδελφοί Μιτσίδη.
[29] Ένα άλλο καΐκι των αδελφών Μιτσίδη, 24 τόνων, με το όνομα ‘Αρχάγγελος’ βούλιαξε στη Μελαντρίνα, κοντά στον Αγ. Αμβρόσιο στις 21 Αυγούστου, 1918. Το είχε πιάσει τραμουντάνα καθώς φόρτωνε χαρούπια εκ μέρους του Πέτρου Βράχα με προορισμό τη στρατιωτική διοίκηση Αμμόχωστου. Καπετάνιος ήταν ο Μιχάλης ‘Πουπάς’ Μιχαηλίδης, και ναύτες οι Γιάννης Χατζηθεοδούλου, Στέφανος Κωνσταντινίδης και Τούλης Νικόλα.


Post a Comment

0 Comments